Η μάχη στα Βασιλικά (1821)

1. Η ανατολική Στερεά Ελλάδα το καλοκαίρι του 1821

Μετά τη μάχη της Γραβιάς, οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ προσπάθησαν να επανυποτάξουν την ανατολική Στερεά με δύο τρόπους: με τη βία και την τρομοκράτηση του πληθυσμού αλλά και με την προσφορά αμνηστίας σε όσους δήλωναν πίστη στην Πύλη. Ανακατέλαβαν και έκαψαν τη Λιβαδειά και τη Θήβα, διέλυσαν την πολιορκία της Ακρόπολης στην Αθήνα. Ωστόσο δεν κατάφεραν κάποιο καίριο χτύπημα με το οποίο να καταστείλουν την επανάσταση. Ούτε οι ενισχύσεις του Ντεμίρ πασά που έφτασαν από τη Λαμία τον Ιούνιο του 1821 άλλαξαν την κατάσταση. Οι αγροτικοί πληθυσμοί κατέφευγαν στα ορεινά όταν πλησίαζαν εχθρικά στρατεύματα, οι Έλληνες οπλαρχηγοί ανακαταλάμβαναν τις περιοχές από τις οποίες αποχωρούσαν οι οθωμανικές δυνάμεις, ενοχλούσαν με μικρομάχες απομονωμένα οθωμανικά αποσπάσματα, απειλούσαν τον οθωμανικό στρατό πιάνοντας τις ορεινές στενές διαβάσεις όπως το Ζεμενό, την Πέτρα, τη Φοντάνα, απέφευγαν να δώσουν μάχη με ισχυρά οθωμανικά τμήματα. Στη μοναδική σημαντική μάχη που έγινε τον Ιούλιο στα Βρυσάκια της Εύβοιας, ο Αγγελής Γοβγίνας κατόρθωσε να αποκρούσει τον Ομέρ Βρυώνη. Τον Αύγουστο ο Ομέρ Βρυώνης είχε καθηλωθεί στην Αθήνα διστάζοντας να προωθηθεί στην Πελοπόννησο αφού δεν είχε ξεκαθαρίσει την Αττική ενώ τον ισθμό κρατούσαν ελληνικές δυνάμεις. Ο Κιοσέ Μεχμέτ παρέμενε στη Θήβα για να ελέγχει τη Βοιωτία και τους δρόμους προς την Αττική.

Για να αντιμετωπίσει την τελματώδη κατάσταση, η Πύλη αποφάσισε τότε τη διεξαγωγή μιας νέας εκστρατείας. Ο Μπεϊράν πασάς, που είχε καταστείλει την επανάσταση στη Χαλκιδική, με τρεις ακόμη πασάδες (Χατζή Μπεκίρ, Μεμίς και Σαχίν Αλή) και στρατό από 8.000 άντρες, μεγάλο μέρος των οποίων ιππικό, και με πλήθος βοϊδάμαξες, καμήλες και άλλα φορτηγά ζώα με πολεμοφόδια και τροφές, θα περνούσε στην ανατολική Στερεά και, σε συνεργασία με τις εκεί οθωμανικές δυνάμεις, θα κατέστειλαν την επανάσταση και, στη συνέχεια, με τον Κιοσέ Μεχμέτ θα εκστράτευαν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης ανέλαβε να προελάσει και να υποτάξει τη Φωκίδα και κατόπιν να περάσει δια θαλάσσης στην Πελοπόννησο για να ενωθεί με τους Μπεϊράν και Κιοσέ Μεχμέτ. Ο οθωμανικός στόλος θα υποστήριζε τις εκστρατείες από τη θάλασσα.

2. Η μάχη στα Βασιλικά

Στα μέσα Αυγούστου ο Γιάννης Δυοβουνιώτης, οπλαρχηγός της Βοδονίτσας (σημερινή Μενδενίτσα) πληροφορήθηκε την κάθοδο των οθωμανικών στρατευμάτων στη Λαμία και κάλεσε τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς της ευρύτερης περιοχής σε σύσκεψη στο Ρεγκίνι, χωριό που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο κύριες διόδους της Λοκρίδας προς τη Βοιωτία. Εκεί, οπλαρχηγοί από τις επαρχίες Βοδονίτσας, Αταλάντης, Λιβαδειάς, Σαλώνων και Λιδωρικίου συζήτησαν περί του τρόπου και του τόπου αντιμετώπισης του νέου κινδύνου. Μετά από πρόταση του ηλικιωμένου και έμπειρου Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να πιάσουν τη στενή διάβαση των Βασιλικών στη Λοκρίδα, την οποία προέκριναν σε σχέση με τη δυτικότερη της Φοντάνας, διότι το οθωμανικό στράτευμα με τις πολλές άμαξες, το ιππικό και το πυροβολικό, θα προτιμούσε το στενό των Βασιλικών που ήταν ομαλότερο, πλατύτερο και είχε διάρκεια διάβασης σαράντα πέντε λεπτών έναντι μιας ώρας της Φοντάνας. Το σχέδιο αντιμετώπισης προέβλεπε ότι ένα τμήμα μαχητών θα κρυβόταν στα δάση στην είσοδο του στενού, άλλα τμήματα θα έπιαναν τις ράχες εκατέρωθεν της στενωπού, ενώ το ισχυρότερο τμήμα θα έπιανε την έξοδο του στενού. Θα άφηναν το στρατό να περάσει μέσα στη διάβαση χωρίς να φανερωθούν, και θα άρχιζαν το πυρ όταν θα έφτανε στην έξοδο ώστε, αφενός να έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, αφετέρου να βάλουν στο κέντρο του πυρός το οθωμανικό στράτευμα πυροβολώντας από όλες τις πλευρές (από την έξοδο, τα πλάγια και την είσοδο του στενού) και κυκλώνοντας ουσιαστικά την οθωμανική στρατιωτική δύναμη, η οποία δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο στενό χώρο, αλλά θα απλωνόταν σε μια μακριά και στενή γραμμή μειώνοντας την κατά μέτωπο δύναμη πυρός της, και επιπλέον θα βρισκόταν ακάλυπτη ενώ οι Έλληνες θα πυροβολούσαν οχυρωμένοι πίσω από βράχους, δέντρα, πτυχώσεις του εδάφους ή πρόχειρα ταμπούρια. Παράλληλα ένα μικρό απόσπασμα θα έπιανε την Φοντάνα για να ειδοποιήσει σε περίπτωση που οι Οθωμανοί αποφάσιζαν να περάσουν από εκεί.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του οθωμανικού στρατού στη Λαμία, πέθανε ο Χατζή Μπεκίρ πασάς με αποτέλεσμα το υπό τις διαταγές του στράτευμα να μην ακολουθήσει την εκστρατεία. Έτσι, στις 22 Αυγούστου (οι πηγές διαφοροποιούνται ως προς τις ακριβείς ημερομηνίες κατά 1-2 μέρες), ο οθωμανικός στρατός, αποτελούμενος πλέον από 4.000-5.000 άνδρες, ξεκίνησε από τη Λαμία και έφτασε στην Πλατανιά, μια λοφώδη και δασώδη περιοχή δυτικά από τα σημερινά Καμένα Βούρλα, κοντά στο Καινούριο Χωριό, όπου στρατοπέδευσε. Την επομένη ο Μπεϊράν πασάς έστειλε δύο αναγνωριστικές ομάδες, 200-300 ανδρών η καθεμιά, στα Βασιλικά και την Φοντάνα. Και οι δύο ομάδες αποκρούστηκαν με αξιοσημείωτες απώλειες των Οθωμανών, αλλά το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού είχε πλέον χαθεί.

Μετά ταύτα ο Μπεϊράν αποφάσισε να επιτεθεί στα Βασιλικά με το σύνολο της δύναμης του. Τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα είχαν την εξής αμυντική διάταξη: στην είσοδο του στενού βρισκόταν κρυμμένος ο Παπαντρέας Μόρης από την Κουκουβίστα (σημερινή Καλοσκοπή της Φωκίδας), ενώ ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι στην είσοδο βρίσκονταν άντρες του Ι. Δυοβουνιώτη και ο Παπαντρέας ήλθε από τη Φοντάνα αφού ξεκίνησε η μάχη. Στο εσωτερικό του στενού αριστερά είχαν πάρει θέσεις ο Κομνάς Τράκας από την Αγόργιανη και οι Κώστας Μπίτης και Κωνσταντής Καλύβας που τους είχε στείλει στη θέση του ο γηραιός οπλαρχηγός του Λιδωρικίου Σκαλτσοδήμος, καθώς ο ίδιος προτίμησε να μείνει στο Λιδωρίκι. Δεξιά βρισκόταν ο οπλαρχηγός της Αταλάντης Αντώνης Κοντοσόπουλος. Την έξοδο του στενού είχαν αναλάβει οι Γιάννης Γκούρας με Λειβαδίτες, Νάκος Πανουργιάς με Σαλωνίτες και Γεώργιος Δυοβουνιώτης, γιος του Γιάννη, από τη Βοδονίτσα. Στο μεταξύ, τη νύχτα είχε φτάσει και ο Γιάννης Ρούκης με Λειβαδίτες και κάλυψε τη θέση Ανιβίτσα σε μια διακλάδωση του δρόμου των Βασιλικών που ακολουθούσε ανατολικότερη διαδρομή και περνώντας από το ορεινό χωριό Ζέλι κατευθυνόταν και αυτός στη Λιβαδειά. Το σύνολο των επαναστατικών δυνάμεων που πήραν μέρος στη μάχη, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων που έφτασαν κατά τη διάρκεια της, πρέπει να ξεπέρασε τους 2.000 άντρες. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βρισκόταν στα Μέγαρα και έτσι δεν πρόλαβε να λάβει μέρος.

Στις 25 ή 26 Αυγούστου, μετά από προπαρασκευαστικές βολές του πυροβολικού, οι Οθωμανοί εισήλθαν στο στενό, επιτέθηκαν με σφοδρότητα στα σώματα που βρίσκονταν στο εσωτερικό του στενού και κατάφεραν να τους απωθήσουν, όπως και τον Γκούρα που ήλθε για ενίσχυση, ενώ ο Κοντοσόπουλος πληγώθηκε στο μηρό αλλά συνέχισε να μάχεται. Τότε ο Γκούρας οχυρώθηκε στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και ανέκοψε για λίγο την οθωμανική προέλαση. Στις κρίσιμες αυτές περιστάσεις κατέφτασαν ενισχύσεις υπό τους Βασίλη Μπούσγο, Μήτρο Τριανταφυλλίνα και Γιάννη Λάππα με Βοιωτούς, ενώ μπήκε στη μάχη και ο Ρούκης από τη δεξιά πλευρά, καθώς και ο Παπαντρέας από τα νώτα του οθωμανικού στρατού. Λίγο αργότερα ο Γκούρας με έναν ελιγμό πέρασε στα νώτα του εχθρού και τον χτύπησε από πίσω. Έτσι οι Οθωμανοί βρέθηκαν στο μέσο πυρών από όλες τις πλευρές και παράλληλα σε αδυναμία να ελιχθούν στο στενό χώρο. Το ιππικό δεν μπορούσε να αναπτυχθεί, ο συνωστισμός και η αταξία που προκαλούσε το πλήθος των ζώων αλλά και ορισμένων αμαξών που είχαν ήδη μπει στο στενό, η αδυναμία υποχώρησης δημιούργησαν σύγχυση και πανικό στο οθωμανικό στράτευμα. Τότε οι Έλληνες εφόρμησαν με τα σπαθιά στα χέρια και αποδεκάτισαν τους Οθωμανούς στρατιώτες που προσπάθησαν να γλυτώσουν είτε διασκορπιζόμενοι στα δάση, είτε υποχωρώντας στην Πλατανιά, όπου έκαψαν όσα φορτώματα και αμάξια με εφόδια πρόλαβαν και επέστρεψαν στη Λαμία καταστρέφοντας τη γέφυρα της Αλαμάνας για να αποφύγουν ελληνική καταδίωξη. Ούτε στη Λαμία όμως ο Μπεϊράν αποτόλμησε να ανασυγκροτήσει το στράτευμα του αλλά αποχώρησε στη Μακεδονία.

3. Αποτίμηση της μάχης

Οι πιο συντηρητικές εκτιμήσεις για τις οθωμανικές απώλειες, που πρέπει να πλησιάζουν περισσότερο στην πραγματικότητα, ανήκουν στον Ανδρούτσο, ο οποίος, στο προαναφερθέν γράμμα του, αναφέρει γύρω στους 700 νεκρούς Οθωμανούς, 220 αιχμαλώτους και πολλούς τραυματίες. Ο Φιλήμων, στηριζόμενος σε δύο αναφορές οπλαρχηγών από το ελληνικό στρατόπεδο προς τον Υψηλάντη, αναφέρει επίσης 700 νεκρούς και 100 αιχμαλώτους. Άλλες πηγές αναβιβάζουν τους νεκρούς σε 1.000 ή και 1.200. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο γιος του Μπεϊράν και ο Μεμίς πασάς, τον οποίο σκότωσε ο Γκούρας, ενώ τραυματίστηκε ο Σαχίν πασάς. Η έλλειψη πειθαρχίας και το κίνητρο του ατομικού κέρδους, που χαρακτηρίζουν τα άτακτα στρατιωτικά σώματα, δεν επέτρεψαν την πρόκληση μεγαλύτερων απωλειών στο οθωμανικό στράτευμα ή και την ολοκληρωτική καταστροφή του: πολλοί Έλληνες μαχητές έπεσαν στο κυνήγι και τη διεκδίκηση των λαφύρων χωρίς να επιμείνουν στην καταδίωξη του φεύγοντος οθωμανικού στρατού. Οι οθωμανικές απώλειες αυξήθηκαν τις επόμενες μέρες όταν απομονωμένοι στρατιώτες βρίσκονταν χαμένοι στα δάση της γύρω περιοχής. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 50 νεκρούς. Τα λάφυρα που κέρδισαν οι Έλληνες ήταν πολύ πλούσια: 2 κανόνια, γύρω στα 400 άλογα, 300-400 αμάξια και πολλά φορτώματα με τρόφιμα και πολεμοφόδια και πολλά βόδια. Αρκετές πηγές ανεβάζουν σε 800-1.000 τα άλογα που περιήλθαν σε ελληνικά χέρια.

Η ολοσχερής ελληνική νίκη οφείλεται στην επιλογή του σημείου άμυνας, στον στρατηγικό σχεδιασμό της και στην αποτελεσματική συνεργασία πολλών επαναστατικών σωμάτων, πράγμα όχι πολύ συχνό εκείνη την εποχή. Ο σχεδιασμός της μάχης ανήκε στον γέρο-Δυοβουνιώτη, αλλά ηγέτης στο πεδίο της σύγκρουσης αναδείχθηκε ο Γκούρας, ενώ διακρίθηκε ιδιαίτερα και ο Παπαντρέας. Η νίκη οφείλεται επίσης στην υπεροψία των οθωμανών πασάδων που υποτίμησαν την ελληνική αντίσταση και επιτέθηκαν κατά μέτωπο με όλο τους το στράτευμα, χωρίς να στείλουν δυνάμεις για να πλευροκοπήσουν την ελληνική άμυνα και χωρίς να διατηρήσουν εφεδρείες για την περίπτωση που η μάχη δεν εξελισσόταν νικηφόρα για εκείνους, ώστε να αναχαιτίσουν π.χ. την οθωμανική υποχώρηση. Περίμεναν ότι μόνο με την αριθμητική υπεροχή τους θα απωθούσαν τις πολύ μικρότερες ελληνικές δυνάμεις. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος σχετίζεται πιθανότατα με τον ανταγωνισμό μεταξύ των οθωμανών πασάδων. Η αδιαφορία των Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνη να εξασφαλίσουν τον έλεγχο των διαβάσεων ή να ενισχύσουν με δυνάμεις τους το νέο οθωμανικό εκστρατευτικό σώμα, μολονότι γνώριζαν καλά τις μεθόδους ανταρτοπολέμου των ελλήνων επαναστατών, πρέπει να αποδοθεί στην δυσφορία τους να καρπωθεί ο Μπεϊράν μια οθωμανική επιτυχία εκεί που οι ίδιοι είχαν προηγουμένως αποτύχει. Έτσι παρέμεναν απαθείς στη Βοιωτία και την Αττική.

Η οθωμανική καταστροφή στα Βασιλικά απέτρεψε τον πρώτο μεγάλο σοβαρό κίνδυνο για την ελληνική επανάσταση, διότι η ένωση των σωμάτων των τριών πασάδων (Μπεϊράν, Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνη) θα δημιουργούσε μια δύναμη με τέτοια ισχύ που δύσκολα θα αντιμετωπιζόταν είτε από τους Ρουμελιώτες, είτε από τους Μωραΐτες που, άλλωστε, ήταν ακόμη απασχολημένοι στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Άλλωστε ούτε η δίδυμη εκστρατεία του Μαχμούτ Δράμαλη πασά προς τη Φωκίδα είχε καλύτερη τύχη. Ο Δράμαλης βρήκες τις δύσβατες ορεινές διαβάσεις του Μακρύκαμπου (Καταβόθρες) στο δρόμο Υπάτης-Σαλώνων κατειλημμένες από ελληνικά σώματα και υποχώρησε στη Θεσσαλία. Στα μέσα Οκτωβρίου αποχώρησαν στη Λαμία και οι Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνης θεωρώντας ότι δεν μπορούσαν να υποτάξουν τη Στερεά με τις δυνάμεις που διέθεταν.

Η νίκη στα Βασιλικά αναπτέρωσε επίσης το ηθικό των επαναστατών, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα τους να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον υπέρτερο αριθμητικά οθωμανικό στρατό, και μάλιστα ένα στρατό διαφορετικό από αυτόν των μουσουλμάνων Αρβανιτών με τους οποίους ήταν εξοικειωμένοι ἐχοντας παρόμοια με αυτούς κουλτούρα, ενδυμασίες και τρόπους διεξαγωγής του πολέμου. Ο στρατός του Μπεϊράν αποτελείτο κυρίως από σχηματισμούς τουρκικής μικρασιατικής προέλευσης και είχε πυροβολικό και ισχυρό ιππικό. Τρεισήμισι μήνες νωρίτερα ο Ανδρούτσος είχε διαφύγει τη νύχτα από το χάνι της Γραβιάς επειδή την επόμενη μέρα ο Ομέρ Βρυώνης θα έφερνε κανόνια.

Τα Βασιλικά, λοιπόν, ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική επιτυχία στην ανατολική Στερεά. Διότι στη Γραβιά ο Ανδρούτσος είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία τον Ομέρ Βρυώνη προκαλώντας του σημαντικές απώλειες, αλλά δεν είχε ανακόψει την προέλασή του. Οι μάχες των Βασιλικών και του Μακρυνόρους στη δυτική Στερεά Ελλάδα (Ιούλιος 1821) αποτελούν τις σημαντικότερες μάχες του 1821 διότι αναχαίτισαν δύο σημαντικές οθωμανικές εκστρατείες και απέτρεψαν την προέλαση τους στην Στερεά. Μαζί με τη νίκη στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας (Μάιος 1821) εξασφάλισαν την εδραίωση της επανάστασης.