Σχηματάρι

1. Θέση

Η περιοχή του Σχηματαρίου βρίσκεται στην ανατολική Βοιωτία. Οι οικισμοί της είναι το Σχηματάρι, η Πλάκα Δήλεσι στα παράλια του Νότιου Ευβοϊκού Κόλπου και η Οινόη. Φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές περιοχές της Ελλάδας με πολλές και σημαντικές παραγωγικές μονάδες, ενώ τα πευκόφυτα παράλια είναι κέντρο παραθερισμού.

2. Η περιοχή κατά την Αρχαιότητα

Η περιοχή στην αρχαιότητα βρέθηκε υπό τον έλεγχο της κοντινής Τανάγρας. Οι σημαντικότεροι οικισμοί ήταν το Δήλιον, επίνειο της Τανάγρας στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το Δήλεσι, και η Οινόη, το όνομα της οποίας απηχεί την αμπελοκαλλιέργεια και τη διαδεδομένη στη Βοιωτία λατρεία του Διονύσου.

Το Δήλιον αναπτύχθηκε γύρω από το ιερό του Δηλίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον μύθο, οι οικιστές του προέρχονταν από τη Δήλο, κοιτίδα της λατρείας του θεού, με την οποία το Δήλιον είχε στενές σχέσεις. Ο Ηρόδοτος αφηγείται πως οι Πέρσες κατά την αποχώρησή τους μετά τη μάχη του Μαραθώνα παρέδωσαν στη Δήλο λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα που είχαν αρπάξει από το Δήλιον. Η μεταφορά του αγάλματος στο Δήλιον το 470 π.Χ. ίσως σχετίζεται με την οικοδόμηση κλασικού ναού προς τιμήν του θεού στη θέση παλαιότερου κτίσματος.

Το ιερό του Δηλίου Απόλλωνα βρισκόταν στην παραλία του Δήλεσι. Εκεί έχει αποκαλυφθεί μεγάλη ελληνιστική στοά που θεωρείται πως όριζε τη βόρεια πλευρά του ιερού. Μέρος της θεμελίωσης της στοάς εκτείνεται μέσα στη θάλασσα, η στάθμη της οποίας στα παράλια του Ευβοϊκού Κόλπου έχει ανέλθει κατά 1,5 μέτρο από την Κλασική Περίοδο μέχρι σήμερα.
Παρά τον ιερό χαρακτήρα του, το Δήλιον κατελήφθη από τους Αθηναίους κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (424 π.Χ.) στο πλαίσιο επιχείρησης με στόχο την ανατροπή των ολιγαρχικών καθεστώτων της Βοιωτίας και την κατάλυση της επιρροής της Σπάρτης. Η επιχείρηση, ωστόσο, απέτυχε και οι Αθηναίοι πήραν το δρόμο του γυρισμού. Κοντά στο Δήλιον οι Βοιωτοί με αρχηγό τον Παγώνδα επιτέθηκαν στον αθηναϊκό στρατό και τον κατέστρεψαν. Στη νίκη συνέβαλε η τακτική του Παγώνδα, ο οποίος παρέταξε το στράτευμα σε πτέρυγες άνισου βάθους ανδρών, κίνηση που θεωρείται πρόδρομος της «λοξής φάλαγγας» του Επαμεινώνδα, και χρησιμοποίησε το φημισμένο βοιωτικό ιππικό για να πλευροκοπήσει το πεζικό των Αθηναίων. Ανάμεσα στους Αθηναίους που πολέμησαν στο Δήλιον βρίσκονταν ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης. Ο πρώτος μάλιστα, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, έσωσε τη ζωή του φιλοσόφου, όταν έφιππος κάλυψε τον Σωκράτη που υποχωρούσε πεζός. Οι Βοιωτοί χρησιμοποίησαν μέρος των λαφύρων για να καθιερώσουν την «Δηλίων πανήγυριν» (επιγραφικά μαρτυρείται και ο «αγών») προς τιμήν του Δηλίου Απόλλωνα.

Στο Δήλιον μεταφέρθηκαν για ένα μικρό διάστημα οι κάτοικοι της Άνδρου μετά τη λεηλασία του νησιού το 199 π.Χ. από τον Άτταλο Α΄ της Περγάμου και τους Ρωμαίους, οι οποίοι είχαν συμπράξει για να εκδιώξουν τις μακεδονικές φρουρές από το Αιγαίο. Μετά από πρόσκληση του Αττάλου οι Άνδριοι ξαναγύρισαν στον τόπο τους. Το Δήλιον υπήρξε επίσης το θέατρο της συνομολόγησης συνθήκης μεταξύ του ρωμαίου υπάτου Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα και του Αρχέλαου, στρατηγού του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου, μετά τη νικηφόρα για τους Ρωμαίους μάχη του Ορχομενού το 85 π.Χ.

3. Μέσοι Χρόνοι

Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο η ευρύτερη περιοχή βρέθηκε σε αφάνεια. Πιθανολογείται πως η εγγύτητα με τη θάλασσα την κατέστησε ευάλωτη στις επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών. Ωστόσο, η ύπαρξη δύο ναών του 12ου αιώνα υποδηλώνει μια σχετική ανάκαμψη. Πρόκειται για την Αγία Παρασκευή και για τον Άγιο Ιωάννη στο νεκροταφείο του Σχηματαρίου. Ο Άγιος Ιωάννης έφερε τοιχογραφίες, τμήματα των οποίων σώζονται και σήμερα. Μερικά έχουν αποκολληθεί και βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.

Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα μετακινήθηκαν προς την περιοχή αλβανόφωνοι πληθυσμοί που εν μέρει προσκλήθηκαν από τους κυριάρχους της Βοιωτίας με σκοπό την οικονομική ανόρθωση. Οι Αρβανίτες, όπως ονομάστηκαν οι έποικοι, σφράγισαν έκτοτε τη δημογραφία της περιοχής. Ανάμεσα στους οικισμούς που εποίκισαν είναι το Σχηματάρι.

4. Νεότεροι Χρόνοι

Το 1403 οι Οθωμανοί, επικυρίαρχοι του Δουκάτου Αθηνών και Θηβών, παραχώρησαν στους Βενετούς μία λωρίδα πλάτους πέντε μιλίων κατά το μήκος των παραλίων της Στερεάς Ελλάδας απέναντι από το νησί της Εύβοιας, το οποίο βρισκόταν υπό βενετική κυριαρχία. Ωστόσο, οι επιδρομές των ημιαυτόνομων Οθωμανών στρατιωτικών αρχηγών οδήγησαν περιστασιακά τους Βενετούς να μεταφέρουν τους κατοίκους της λωρίδας στην Εύβοια. Ο όρος της συνθήκης μάλλον εγκαταλείφθηκε μετά τo θάνατο του Αντωνίου Ατζαγιόλι το 1435 και σίγουρα το 1460, όταν η Βοιωτία ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ολόκληρη η ανατολική Βοιωτία εντάχθηκε στον καζά της Θήβας.

To 1833, στο πλαίσιο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, η περιοχή του Σχηματαρίου εντάχθηκε στον Δήμο Τανάγρας. Λιγότερο από σαράντα χρόνια αργότερα, το Δήλεσι έγινε διεθνώς γνωστό με αφορμή ένα τραγικό γεγονός. Την άνοιξη του 1870 μια συντροφιά ευρωπαίων ευγενών και διπλωματών που επέστρεφαν από το Μαραθώνα απήχθησαν από ληστές, οι οποίοι απαίτησαν καταβολή λύτρων και χορήγηση αμνηστίας. Αφού ελευθέρωσαν τις γυναίκες, για να μην τους δυσκολεύουν στις μετακινήσεις, κατευθύνθηκαν προς τον Ωρωπό, ενώ ταυτόχρονα διεξήγαν διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση και την αγγλική πρεσβεία. Όταν οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν, οι ληστές σκότωσαν κοντά στο Δήλεσι τους τέσσερις αιχμαλώτους τους. Στη συμπλοκή που ακολούθησε με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα σκοτώθηκαν αρκετοί ληστές, ενώ οι περισσότεροι διέφυγαν. Η «σφαγή του Δήλεσι» ξεσήκωσε διεθνή κατακραυγή κατά της Ελλάδας και ο πολιτικός κόσμος κατηγορήθηκε για σχέσεις διαπλοκής με τις συμμορίες. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και η Ελλάδα κατέβαλε υψηλές αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων.

Τα νεκροταφεία της αρχαίας Τανάγρας έγιναν πεδίο διενέργειας λαθρανασκαφών κατά τη δεκαετία του 1870, όταν οι Ταναγραίες, τα ελληνιστικά κεραμικά ειδώλια που απεικονίζουν νέες γυναίκες σε στάσεις όλο χάρη και κομψότητα, έγιναν περιζήτητα από τους Ευρωπαίους συλλέκτες. Από το 1873 η Αρχαιολογική Εταιρεία οργάνωσε αποστολές και ανασκαφές με σκοπό την ανακοπή των λαθρανασκαφών, τη διάσωση των αρχαιοτήτων και την επιστημονική συλλογή του υλικού. Τα ευρήματα στεγάστηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σχηματαρίου που ανεγέρθηκε το 1890. Καλύπτουν την περίοδο από τους Μυκηναϊκούς μέχρι τους Ρωμαϊκούς Χρόνους και περιλαμβάνουν το υλικό που συνελέγη από τις νεκροπόλεις και την ακρόπολη της Τανάγρας (γλυπτά, επιτύμβιες στήλες, ταφικά μνημεία), όπως και τα ευρήματα που αποκάλυψαν πρόσφατες ανασκαφές (κεραμική, ειδώλια)· μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα ευρήματα από θαλαμοειδείς τάφους της Μυκηναϊκής Περιόδου, ιδιαίτερα οι δύο λάρνακες με ζωγραφικές παραστάσεις. Αξιοσημείωτη είναι η επιγραφή, όπου αναγράφονται οι Ταναγραίοι που σκοτώθηκαν στη μάχη του Δηλίου, και οι Ταναγραίες που ανευρέθηκαν μετά τις λαθρανασκαφές. Η ελληνιστική κεραμική που βρίσκεται στο Μουσείο Σχηματαρίου επιβεβαιώνει την υπόθεση πως στην περιοχή είχε ιδρυθεί εργαστήριο κεραμικής με σημαντική παραγωγή και μακροχρόνια δράση.

5. Σύγχρονη Εποχή

Κατά τους Νεότερους Χρόνους το Σχηματάρι έγινε ο σημαντικότερος οικισμός της περιοχής με ιδιαίτερη δημογραφική άνοδο μέχρι το Μεσοπόλεμο. Μετά την κάμψη που ακολούθησε λόγω της Κατοχής, του εμφυλίου πολέμου και της μετανάστευσης, η εκβιομηχάνιση της περιοχής εκτόξευσε τον πληθυσμό κατά 400% από το 1971. Δημογραφική άνοδο παρουσίασε και η Πλάκα Δήλεσι που αναδείχθηκε σε παραθεριστικό κέντρο.

Η περιοχή του Σχηματαρίου είναι στενά συνδεδεμένη με τις σιδηροδρομικές και οδικές αρτηρίες στον άξονα βορρά - νότου. Από τις αρχές του 20ου αιώνα ο σταθμός της Οινόης (παλαιότερα σταθμός Σχηματαρίου) είναι το σημείο όπου η σιδηροδρομική γραμμή διακλαδίζεται προς τη Χαλκίδα. Το πέτρινο κτήριο του σταθμού είναι χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των επαρχιακών σιδηροδρομικών σταθμών της Ελλάδας. Την κομβική παρουσία της περιοχής στο δίκτυο χερσαίων επικοινωνιών συμπληρώνουν τα διόδια Σχηματαρίου επί της εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας που εγκαινιάστηκε το 1962.