Χαιρώνεια (Αρχαιότητα)

1. Τοπογραφία-μυθολογία-αρχαίες πηγές

Στη στενή κοιλάδα του ποταμού Κηφισού, ανάμεσα στα όρη Θούριο (δυτικά) και Ακόντιο (ανατολικά) στις βορειοανατολικές υπώρειες του Θουρίου, αναπτύχθηκε κατά την αρχαιότητα η πόλη της Χαιρώνειας. Η θέση της αρχαίας πόλης συμπτίπτει εν μέρει με το σύγχρονο ομώνυμο οικισμό, ο οποίος απέχει 13,5 περίπου χλμ από την Λιβαδειά, την πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας.

Κατά την Αρχαιότητα, η περιοχή της Χαιρώνειας αποτελούσε τη σημαντικότερη δίοδο προς τη βόρειο και τη δυτική Ελλάδα καθώς και προς το Μαντείο των Δελφών. Αποτελούσε την τελευταία βοιωτική πόλη επί της μεθορίου με την Φωκίδα, ευρισκόμενη πολύ κοντά στις φωκικές πόλεις του Πανοπέα και της Δαυλίδας. Σήμερα η πανάρχαιη πρόσβαση, την οποία ακολουθούσε και η παλαιά εθνική οδός Αθηνών – Λαμίας, έχει αντικατασταθεί από το νέο εθνικό οδικό άξονα, αρκετά χιλιόμετρα προς τα βορειονατολικά, εκμηδενίζοντας την στρατηγική σημασία του περάσματος της Χαιρώνειας.

Η πόλη οφείλει το όνομά της στον μυθικό οικιστή Χαίρωνα, γιο του Απόλλωνα και της Θηρούς. Ο Παυσανίας (IX 40, 5-6) θεωρεί ότι η Χαιρώνεια δεν αναφέρεται από τον Όμηρο διότι ο ποιητής χρησιμοποίησε το αρχαιότερο όνομά της, Άρνη.

2. Ιστορία και φάσεις κατοίκησης

Η Χαιρώνεια αποτελούσε για μεγάλα χρονικά διαστήματα (6ο -5ο αι. π.Χ.) κώμη του Ορχομενού, εκτός από σύντομα διαστήματα ανεξαρτησίας ή κατάληψης από τους Αθηναίους (447 π.Χ.) και τους Φωκείς (351-346 π.Χ.). Και αργότερα όμως λειτουργούσε ως πόλη εξαρτημένη από αυτόν και λόγω γειτνίασης απολάμβανε των φυσικών ευεργετημάτων της Κωπαϊδας αλλά και της εύφορης κοιλάδας του βοιωτικού Κηφισού που απλώνεται προς βορρά.

2.1. Προϊστορική Χαιρώνεια

2.1.1. Μαγούλα Μπαλωμένου

Ωστόσο, η περιοχή της Χαιρώνειας και η ευρύτερη κοιλάδα που διαρρέεται από τον Κηφισό, παρουσιάζει κατοίκηση ήδη από τη νεολιθική περίοδο, η οποία αντιπροσωπευόταν μέχρι πρόσφατα στα ευρήματα, που προέρχονται από τη γνωστή προϊστορική θέση «Μαγούλα Μπαλωμένου», που απέχει περί τα 2χλμ. προς τα ανατολικά της πόλης κοντά στη δυτική όχθη του ποταμού. Από τη θέση πρόηλθε πλήθος κινητών ευρημάτων και κεραμικής, όλων των φάσεων της Νεολιθικής εποχής, και κυρίως της Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής περιόδου (6500-5300 π.Χ.) χωρίς βέβαια να λείπουν και ευρήματα της Νεότερης Νεολιθικής (5300-3800 π.Χ.).

Η κεραμική που συλλέχθηκε κατά την ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στη θέση στις αρχές του 20ου αιώνα(1902-1909) από τον Γεώργιο Σωτηριάδη υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αποτελείται από χαρακτηριστικά χειροποίητα και λιτά, ημισφαιρικά ανοιχτά ή σφαιρικά με λαιμό κλειστά αγγεία με λειασμένη επιφάνεια. Από τα μέσα της Αρχαιότερης Νεολιθικής τα ανοιχτά αγγεία αποκτούν ελλειπτικό σχήμα με στόμιο που ανυψώνεται προς τα δύο άκρα ενώ η επιφάνειά τους είναι ανοιχτόχρωμη. Προς το τέλος της περιόδου αρχίζει η χρήση της βαφής στην επιφάνεια των αγγείων, κυρίως ερυθρή και σπανιότερα λευκή, με την οποία σχηματίζονται στο πάνω τμήμα του αγγείου γραμμικά κοσμήματα (ευθείες, τεθλασμένες ή διασταυρούμενες γραμμές κλπ.). Η διακόσμηση έχει ως βάθος το φυσικό χρώμα του πηλού όμως στη Χαιρώνεια ξεκινά μια νέα τάση, ολόκληρο το αγγείο καλύπτεται με λευκό αλείφωμα και κατόπιν διακοσμείται.

Κατά την επόμενη Μέση Νεολιθική περίοδο (5800-5300 π.Χ.), η τεχνοτροπία αυτή στη διακόσμηση των αγγείων διατηρείται αλλά το λευκό αλείφωμα γίνεται παχύτερο, τα θέματα διακόσμησης εμπλουτίζονται (ενάλληλες γωνίες, τρίγωνα, ζατρικοειδή και ρομβοειδή συμπαγή, οφιοειδές), ενώ στα σχήματα δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεταβολές. Η συγκεκριμένη τεχνοτροπία μάλιστα έχει λάβει το συμβατικό όνομα “ρυθμός Χαιρώνειας”, με το οποίο είναι γνωστή στη βιβλιογραφία. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια νέα κεραμική κατηγορία με το όνομα Urfirnis, το οποίο οφείλεται στα καλύτερα δείγματα με λαμπερή βαφή καστανή έως μαύρη. Τα σχήματα των αγγείων έχουν σιγμοειδή περιγράμματα και ψηλές δακτυλιόσχημες βάσεις.
Τα υπόλοιπα ευρήματα αφορούν σε λίθινα και οστέινα εργαλεία, όπως λεπίδες οψιανού και πυριτόλιθου, τριβεία και τριπτήρες για την επεξεργασία των σιτηρών, οστέινες βελόνες και οπείς αλλά και ανθρωπόμορφα ειδώλια καθώς και ένα πήλινο ομοιώμα οικίας.

2.1.2. Πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις της Προϊστορικής περιόδου

Ωστόσο, από τη νεότερη αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή, εντοπίστηκαν δύο νέες θέσεις της Τελικής Νεολιθικής (4500-3200 π.Χ.), μια κοντά στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Δαύλειας σε απόσταση 4 χλμ περίπου βορειοαντολικά της Χαιρώνειας και η δεύτερη στο χωριό Προσήλιο επί του Ακοντίου όρους. Επίσης, πρόσφατη ανακάλυψη οικισμού του τέλους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού στην πεδιάδα του Μαυρονερίου, συμπλήρωσε το κενό που υπήρχε έως σήμερα σχετικά με την προϊστορική κατοίκηση της περιοχής.

2.2. Μυκηναϊκή, Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδος

Από τις επόμενες περιόδους την Μυκηναϊκή (1650-1050 π.Χ.) και τη Γεωμετρική (9ος-7οςπ.Χ.), διαθέτουμε ελάχιστα αρχαιολογικά δεδομένα, τα οποία περιορίζονται αφενός στη μαρτυρία για την ύπαρξη ενός μυκηναϊκού θαλαμοειδούς τάφου στα δυτικά της ακρόπολης της και στηνανασκαφική διευρεύνηση τμήματος νεκροταφείου της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου (750-700 π.Χ.) κοντά στο χωριό Ακόντιο. Κατά τους χρόνους αυτούς αλλά και την επόμενη αρχαϊκή περίοδο (600-480 π.Χ.) φαίνεται ότι η κατοίκηση δεν είχε οργανωμένη μορφή και περιορίζοταν εγκαταστάσεις μικρής έκτασης στη πεδιάδα.


2.3. Κλασική περίοδος

Αργότερα, κατά τον 6ο αι. π.Χ. οχυρώνεται το ύψωμα Πετραχός. Η οχύρωση που διατηρείται ορατή σε μεγάλο μήκος ακόμα και σήμερα, ενισχύθηκε πιθανώς μετά τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ενώ τον 4ο αι. π.Χ. επεκτάθηκε και περιέβαλε εκτός από την ακρόπολη και την κάτω πόλη. Στην κλασική φάση της πόλης ανήκει και κατασκευή του θεάτρου, που ήταν λαξευμένο στο βράχο στην ανατολική παρειά του υψώματος και ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα Δαφνηφόρο και την Αρτέμιδα Σοωδίνα.

2.3.1. Το θέατρο


Στις αρχές του 20ου αι. (1907) ο Γ. Σωτηριάδης προέβη σε περιορισμένη ανασκαφική έρευνα, ενώ το 2010 η αρμόδια για την περιοχή Εφορεία Αρχαιοτήτων, πραγματοποίησε μικρής έκτασης δοκιμαστικές τομές στον ίδιο χώρο, προκειμένου να πιστοποιήσει την ύπαρξη ή μη σκηνικού οικοδομήματος, την πιθανή μορφή του, καθώς και την χρονολόγηση των διαφορετικών φάσεων του θεάτρου.

Το θέατρο κατά την κλασική περίοδο (5ος αι. π.Χ.) είχε ευθύγραμμο κοίλο και οκτώ (8) σειρές εδράνων και μπορούσαν να φιλοξενήσουν 500 περίπου θεατές. Σε αυτήν την φάση ο χώρος ίσως χρησιμοποιήθηκε γενικά για συναθροίσεις πολιτών και όχι μόνο για θεατρικές παραστάσεις. Με την ίδια μορφή το μνημείο εξακολούθησε να λειτουργεί όλον σχεδόν τον 4ο αι. π.Χ. Κατά την ελληνιστική περίοδο (3ος -2ος αι. π.Χ.), το κοίλο του έγινε ημικυκλικό και οι σειρές των εδράνων αυξήθηκαν σε δεκαπέντε (15).

Επιγραφή (IG 3409) στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χαιρώνειας μας πληροφορεί ότι ένα ζεύγος ιδιωτών χρηματοδότησε την κατασκευή προσκηνίου. Καθώς δεν έχουν βρεθεί έως σήμερα ίχνη οικοδομήματος που να αποδίδονται στην σκηνή, υποθέτουμε ότι και τα δυο ήταν κινητά, ίσως ξύλινα, και τοποθετούνταν κάθε φορά σύμφωνα με τις ανάγκες των θεατρικών έργων.
Σήμερα αντικρίζουμε ό,τι απέμεινε από την τελευταία, ρωμαϊκή φάση του μνημείου (τέλη 1ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. μ.Χ.). Πρόκειται για την εποχή που πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες τριπλασιάζοντας τη χωρητικότητα του θεάτρου και τροποποιώντας την κάτοψή του. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση επηρέασε ασφαλώς το σχήμα και την έκταση της ορχήστρας καθώς και των παρόδων. Είναι επίσης πολύ πιθανόν ότι μόνο τότε κατασκευάστηκε μόνιμη σκηνή (scaena), κατά τα ρωμαϊκά πρότυπα.

2.4. Ρωμαϊκή περίοδος

Η Χαιρώνεια παρουσιάζει ιδιαίτερη ακμή και εξαπλώνεται και στην πεδινή περιοχή στα ανατολικά της ακρόπολης κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, όπως συνάγεται από τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, τόσο οικιστικά όσο και ταφικά, που έχουν κατά καιρούς εντοπιστεί και ανασκαφεί από την αρμόδια αρχαιολογική Υπηρεσία. Εντός του οικισμού έχουν ανασκαφεί τμήματα πολυτελών κατοικιών που κοσμούνται με ψηφιδωτά δάπεδα, υδατοξεξαμενές και αγωγοί υδραγωγείου, που μαρτυρούν την ύπαρξη οργανωμένου συστήματος υδροδότησης καθώς και κατάλοιπα μικρότερων, ενδεχομένως ιδωτικών λουτρών. Την εποχή αυτή η Χαιρώνεια είναι γνωστή ως τόπος παραγωγής αρωματικών ελαίων από άνθη, για τα οποία πίστευαν ότι είχαν θεραπευτικές ιδιότητες ή συντελούσαν στην συντήρηση των ξύλινων αγαλμάτων. Κατάλοιπα αγροικιών του 2ου–3ου αι. μ.Χ., που σώζουν εργαστηριακές εγκαταστάσεις παρασκευής αρωμάτων, έχουν εντοπιστεί στις θέσεις Καράμουσα και Αγκορτσές.

Στην ευρύτερη περιοχή της Χαιρώνειας, στην κοιλάδα νοτίως του Κηφισού, έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα εκτεταμένων λουτρικών εγκαταστάσεων καθώς και μεγάλων αγρεπαύλεων, αγροτικών δηλαδή κατοικιών, που αναπτύσσονται σε μεγάλη έκταση. Πιο συγκεκριμένα κατά τις ανασκαφές των τελευταίων χρόνων και στα βόρεια της παλαιάς Εθνικής Οδού που διασχίζει τον σύγχρονο οικισμό εντός του οικιστικού ιστού, ερευνήθηκε αγρεύπαλη, η οποία διέσωζε πλήρως την κάτοψή της που αποτελείτο από κεντρική αυλή (αίθριο), γύρω από την οποία αναπτύσσονταν τετράπλευροι χώροι-δωμάτια, όπου συγκεντρώνονταν όλες οι καθημερινές εργασίες του σπιτιού. Το κτήριο χρονολογήθηκε από τον 1ο αι. π.Χ. έως και τον 1ο αι. μ.Χ.
Ο αποσπασματικός ωστόσο χαρακτήρας των ευρημάτων δεν επιτρέπει προς το παρόν την ανασύσταση της εικόνας των κτηρίων και της πολεοδομικής οργάνωσης της πόλης. Σημαντικό όμως στοιχείο για την τοπογραφική οριοθέτηση της πόλης αποτελούν τα νεκροταφεία, τα οποία εντοπίζονται στα βορειοδυτικά του οικισμού και χρονολογούνται από τον 5ο αι. π.Χ. εώς και τον 2ο αι. π.Χ. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ιδαίτερα μετά τον 2ο αι. π.Χ., οι ταφές εντοπίζονται σε συστάδες κοντά στους χώρους των αγρεπαύλεων.

Από τη Ρωμαϊκή περίοδο επίσης προέρχονται επιγραφές, που φυλάσσονται στο Μουσείο Χαιρώνειας και μαρτυρούν την ύπαρξη λατρειών, όπως του ΑπόλλωναΔαφνηφόρου, του Διονύσου, του Ηρακλή, το ιερό του οποίου βρισκόταν στους πρόποδες του Θουρίου αλλά και του Σαράπεως, της Ίσιδος και άλλων αιγυπτιακών θεοτήτων, στους οποίους ανέθεταν οι δούλοι που απελευθερώνονταν.


2.5. Η Χαιρώνεια στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια

Κατά την ύστερη αρχαιότητα αρχίζει βαθμιαία η παρακμή της Χαιρώνειας. Το φθινόπωρο του 551 μ.Χ. ισοπεδώνεται από ισχυρό σεισμό, ενώ κατά την Φραγκοκρατία και την Οθωμανική περίοδο είναι μια ασήμαντη πολίχνη.

3. Πλούταρχος

Στη Χαιρώνεια επίσης, γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ο σημαντικός ιστορικός Πλούταρχος (περ. 45-120 μ.Χ.), ο οποίος παρά τις υψηλές γνωριμίες του με ρωμαίους αξιωματούχους επέλεξε να ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μια ήσυχη οικογενειακή ζωή στην γενέτειρα του, καταλαμβάνοντας τοπικά αξιώματα και φιλοξενώντας σε αυτήν τον ευρύ κύκλο των επιφανών φίλων του Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν οι Βιοι Παράλληλοι, στους οποίους παρουσιάζονται αντιπαραβολικά 22 ζεύγη γνωστών Ελλήνων και Ρωμαίων πολιτικών, στρατηγών κλπ καθώς και τέσσερεις απλές βιογραφίες.

4. Η Χαιρώνεια θέατρο μαχών

Η περιοχή της Χαιρώνειας, λόγω της επίκαιρης θέσης του κατείχε στη μεθόριο με τη Φωκίδα και πάνω στο πέρασμα από τη βόρεια στην νότια Ελλάδα, έγινε το θέατρο σημαντικών μαχών της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Πέρσες κατά την κάθοδό τους στη νότια Ελλάδα, μετά τη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. κατέστρεψαν και φωκικές πόλεις ανάμεσα στις οποίες και η Χαιρώνεια, η οποία ωστόσο αποτελούσε την τελευταία βοιωτική πόλη επί της μεθορίου καθώς από εκεί ξεκινούσε η χώρα των Φωκέων. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Γ΄ Ιερού Πολέμου, η Χαιρώνεια πολιορκήθηκε και καταλήφθηκε από τους Φωκείς (351 π.Χ.).

4.1. Η μάχη του 338 π.Χ., το μνημείο του Λέοντα και το Πολυάνδριο των Μακεδόνων

Η Χαιρώνεια έγινε ιδιαιτέρως γνωστή εξαιτίας της μάχης του 338 π.Χ., ανάμεσα στα στρατεύματα του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας και του συνασπισμού των πόλεων-κρατών της νοτίου Ελλάδας, καθώς μετά τη νίκη των Μακεδόνων και την επικράτησή τους καταλύθηκε ο θεσμός της πόλης-κράτους, άλλαξε ο συσχετισμός των δυνάμεων και αναπτύχθηκαν οι μεγάλες ηγεμονίες-συνασπισμοί πόλεων- της Ελληνιστικής περιόδου.

Στις αρχές Αυγούστου του 338 π.Χ. συγκρούστηκε στην πεδιάδα της Χαιρώνειας ο στρατός του Μακεδόνα βασιλέα Φιλίππου με την στρατιά των νοτίων Ελλήνων (Αθηναίων, Θηβαίων και πόλεων του Βοιωτικού Κοινού, Φωκέων, Κορινθίων, Αχαιών, Μεγαρέων, Ακαρνάνων, Κερκυραίων, Λευκαδιτών, Ευβοέων και μισθοφόρων). Η μάχη κατέληξε σε περιφανή νίκη του Μακεδόνα βασιλιά και στην ουσία στην επικράτησή του σε όλη την Ελλάδα.Μετά τη μάχη, οι Θηβαίοι έστησαν ένα μαρμάρινο λιοντάρι πάνω από την περιοχή ταφής των στρατιωτών του Ιερού Λόχου που έπεσαν μέχρι ενός. Το λιοντάρι που σήμερα στέκεται στην είσοδο της πόλης, είχε τοποθετηθεί στο μέσο της βόρειας πλευράς ταφικού περιβόλου, βρισκόταν διαμελισμένο και καλυμμένο με χώμα μέχρι το 1818, που εντοπίστηκε από τον άγγλο περιηγητή Crawford, ο οποίος πραγματοποιήσε ανασκαφή μικρής κλίμακας για την πλήρη αποκάλυψη του, την οποία δεν ολοκλήρωσε. Η αποκάλυψη όλων των τμημάτων του Λέοντα παραγματοποιήθηκε το επόμενο έτος από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Αργότερα, η ανασκαφική έρευνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας υπό τον Παναγιώτη Σταματάκη κατά τα έτη 1879-80 έφερε στο φως 254 σκελετούς, οι οποίοι ήταν κτερισμένοι με αγγεία και όπλα. Η διαδικασία της αναστήλωσης του μνημείου υπήρξε χρονοβόρα και ολοκληρώθηκε το 1904 από την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
Αντίθετα, σε απόσταση 3χλμ από τη Χαιρώνεια, ερευνήθηκε κατά το διάστημα 1902-1903 από το Γεώργιο Σωτηριάδη ένας τεχνητός τύμβος που περιείχε μεγάλη ταφική πυρά καθώς και όπλα και αγγεία. Ο τύμβος, ύψους 7μ. και διαμέτρου 70μ., ταυτίστηκε από τον ανασκαφέα με τον χώρο ταφής των πεσόντων Μακεδόνων (πολυάνδρειο). Μάλιστα από τις πηγές παραδίδεται ότι εκεί κοντά ήταν στημένη η σκηνή του Αλεξάνδρου.

4.2. Η μάχη του 245 π.Χ.

Επίσης το 245 π.Χ συγκρούστηκαν στη Χαιρώνεια τα στρατεύματα της Αιτωλικής Συμπολιτείας και της Αχαϊκής Συμπολιτείας, στην οποία συμμετείχε και η ομοσπονδία των βοιωτικών πόλεων, το Κοινό των Βοιωτών, όπου οι τελευταίοι υπέστησαν μεγάλη ήττα και αναγκάστηκαν να ταχθούν στο πλευρό των Αιτωλών.

4.3. Η μάχη του 86 π.Χ.

Στη Χαιρώνεια επίσης έλαβε χώρα και η σημαντική μάχη ανάμεσα στο ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα και τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη VI Ευπάτορα, το 86 π.Χ, με την επικράτηση του πρώτου. ‘Επειτα από την κατάληψη και την καταστροφή της Αθήνας ο ρωμαίος στρατηγός Σύλλας κινήθηκε προς την Βοιωτία για να αντιμετωπίσει τον στρατό του Αρχελάου και του Ταξίλη, στρατηγών του Μιθριδάτη. Η τελική μάχη δόθηκε γύρω και κάτω από μια κορυφή του απότομου υψώματος Θουρίου (σημ. «Ίσωμα»), βορειοδυτικά της ακρόπολης της Χαιρώνειας, όπου είχε οχυρωθεί τμήμα του στρατού του Μιθριδάτη. Μάλιστα, στον προαναφερόμενο λόφο εντοπίστηκε κατά τη δεκαετία του 1990, η ενεπίγραφη βάση ενός εκ των δύο τροπαίων που έστησε ο Σύλλας για να γιορτάσει την επικράτησή του επί των αντιπάλων του. Στην τελική επικράτηση του Σύλλα βοήθησαν οι Χαιρωνείς Ομολώιχος και Αναξίδαμος, οι οποίοι υπέδειξαν στο ρωμαϊκό στρατό ένα μονοπάτι που οδηγούσε στα νώτα των αντιπάλων, που στρατοπέδευαν στο Θούριο. Η ξαφνική εμφάνιση των Ρωμαίων προκάλεσε μεγάλη σύγχυση στους αντιπάλους, οι οποίοι άρχισαν να υποχωρούν άτακτα προς τον κάμπο. Ο Σύλλας όμως είχε αναπτύξει ήδη τον στρατό του στην πεδιάδα τους επιτέθηκε πριν αυτοί προλάβουν να ανασυνταχθούν. Ο Σύλλας γιόρτασε την νίκη του στην Θήβα.

Η συγκεκριμένη μάχη εδραίωσε την κυριαρχία των Ρωμαίων, οι οποίοι έγιναν πλέον οι κύριοι ρυθμιστές της τύχης της Ελλάδας και έδωσε τέλος στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων στον ελλαδικό χώρο.